in

«Επούλησα τα ούλλα, ήρτα δαπάνω, μα εν θέλω να με θάψουν δαμέ γιατί νιώθω ξένος»

«Μηνίσκω στο υπόγειο των παιθκιών μου»

«Έφυα που τη Δερύνεια τζαι επούλησα τα ουλλα για να ρτω δαπάνω στην Επταγώνια, που ήταν ο τοπος που εμεγάλωσα. Τωρά, είπα τους που εν να με θάψουν, να μεν με θάψουν δαπάνω γιατί νιώθω ξένος».

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που ανταλλάξαμε με τον κ. Τρύφωνα Πέτρου, πριν αποχαιρετιστούμε, έξω από το καμένο του σπίτι στην Επταγώνια. Ο πόνος και η θλίψη για όσα έζησε στις φονικές πυρκαγιές του περασμένου Ιούλη, αποτυπώνονται σε αυτές τις 36 λέξεις.

Το σοκ και η απογοήτευση του για κάποιες καταστάσεις που βίωσε ως πυρόπληκτος, τον κάνουν να θέλει να φύγει από τον τόπο καταγωγής του, λίγους μήνες αφότου επέστρεψε.

Γεννημένος στην Επταγώνια, ο κ. Πέτρου έζησε την παιδική του ηλικία σε ένα ειδυλλιακό τοπίο γεμάτο δέντρα και βλάστηση. Σε κάποια στιγμή, αποφάσισε να φύγει από το χωριό του για να δουλέψει και να μεγαλώσει τα δύο παιδιά του. Τελικά, κατέληξε στην Δερύνεια. Άνοιξε το δικό του μαγαζί στην Αγία Νάπα, όπου ενοικίαζε μοτοσικλέτες, για περίπου δέκα χρόνια. Το 2020, ο κορωνοϊός επηρέασε χιλιάδες εργαζόμενους στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και ο κ. Πέτρου.

«Νοίκιαζα μοτόρες. Ήρτε ο κορωνοϊός, εκράτησα το μαγαζί το 2020 παρά τα προβλήματα με την πανδημία, αλλά φέτος είδα από τον Απρίλη ότι δεν πήγαιναν καλά τα πράματα και έδωσα τες μοτόρες και έκλεισα το μαγαζί.

Αποφάσισα να φύω που τη Δερύνεια, τζαι επούλησα τα ουλλα για να ρτω δαπάνω που ήταν ο τοπος που εμεγάλωσα. Είχα το σπίτι μου και αποφάσισα να μείνω μόνιμα. Τελικά, τρεις μήνες μετά ήρτε η φωτιά και εκατέστρεψεν τα ούλα. Τωρά είπα τους που εν να με θάψουν, να μεν με θάψουν δαπάνω γιατί νιώθω ξένος».

Τεράστια παράπονα από τους ιθύνοντες

Έλεγε αυτά τα λόγια με τόσο παράπονο, που αισθανόσουν ότι κάποιοι χειρισμοί που βίωσε στην πυρκαγιά, αλλά και μετά από εκείνη την μαύρη μέρα, τον έκαναν να απηυδήσει.

«Τη μέρα της φωτιάς ήμασταν δαμέ. Εσταμάτησα όχημα της Πυροσβεστικής να ανέβει εδώ πάνω για να γλυτώσουμε το σπίτι, επειδή είχαμε ένα κιόσκι στην αυλή και αν έπαιρναν τα δέντρα θα έπαιρνε το σπίτι, αλλά εν ήρταν. Μου είπαν δεν έχουμε άδεια να σβήνουμε σπίτια.

Άλλοι μας έλεγαν ότι εν του δασονομείου και άλλοι εν των σπιτιών. Την ώρα που ήβρα εγώ το πυροσβεστικό όχημα και είπα του να έρτει, η φωτιά ήταν μακριά, πας τον όχτο, που είναι περίπου σε απόσταση πενήντα μέτρων που το σπίτι. Αν έρκετουν η Πυροσβεστική πριν φκει πάνω η φωτιά ήταν να σώσουμε το σπίτι. Τελικά ήρταν ύστερα που έκρουσε. Έμειναν μόνο οι τοίχοι».

Μετά το πρώτο σοκ, ήρθε ένα δεύτερο. Αφορούσε τα χρήματα που περιμένει να λάβει από το κράτος. Όπως εξήγησε, το σπίτι του κοστολογήθηκε με ζημιές 225 χιλιάδων ευρώ. Η απόφαση του κράτους ήταν να του δώσει μόλις 82 χιλιάδες κι αυτές μετά από πάρα πολύ μεγάλη ταλαιπωρία.

«Ήρθαν εδώ και έδωσαν πολλή βοήθεια, αλλά τα έφαγαν εκείνοι που ήξεραν. Ήρθαν επιχειρηματίες έδωσαν χρήματα, πήραν όλοι κι εμείς τίποτα. Μετά ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός έδωσε χρήματα, εμείς πάλε τίποτε και προχωρούμε.

Το μόνο που καταλάβαμε ήταν ότι τις πρώτες μέρες μας ήξεραν όλοι. Τώρα κανένας δεν απαντά τα τηλέφωνα. Τους παίρνεις για να τους πεις ότι θέλεις να σου δώσουν τα υπόλοιπα λεφτά, αλλά τίποτα».

«Μηνίσκω στο υπόγειο των παιθκιών μου»

Σήμερα, δύο μήνες μετά τη φονική πυρκαγιά άρχισε να χτίζει ξανά το μέλλον, με τη βοήθεια φίλων και γνωστών του, οι οποίοι στέκονται δίπλα του σε αυτή την μεγάλη δοκιμασία που βιώνει. Κι ο ίδιος όμως, παρά τα παράπονα που έχει από την Πολιτεία δεν τα παρατά. Θέλει να κατοικήσει ξανά στο σπίτι του.

«Δουλεύκω μέρα νύχτα τζι εγώ, τζιαι φίλοι μου για να φκούμε που πάνω. Αφού με τα λεφτά που μας εδώκαν δεν φκαίνουμε. Για να καταλάβετε, μόνο για τη στεγασιά εχρειάστηκαν 125 χιλιάδες ευρώ. Πώς να καλυφτώ με τις 82 χιλιάδες; Σουβατίσματα, τοίχους, ηλεκτρικά που την αρχή, υδραυλικά που την αρχή. Τι να κάμουμε; Μαχούμαστε ασταμάτητα για να επανέλθουμε.

Παλεύεις να φύουν οι μούζες να μεν τις θωρείς. Τωρά κάμνουμε γυψοσανίδες τζαι λαλώ τους άτε βάλλετε να μεν θορώ μαύρα τζαι εν μπορώ. Είναι ψυχολογικό το θέμα παραπάνω. Για να καταλάβετε, μετά που δύο μήνες, η γυναίκα μου πρώτη φορά ήρτε στο σπίτι. Εν θέλει να έρκεται δαπάνω. Τουλάχιστον να σάσουμε το σπίτι τζαι το μαύρο γυρώ γυρώ εν να φύει με τις βροχές. Σιγά σιγά.

Σημειώστε ότι αυτή τη στιγμή που μιλούμε δεν έχουμε ούτε στέγη, αυτό ήταν το μόνιμό μας σπίτι. Έχουν ένα σπίτι κάτω τα δύο παιδιά μου και μηνίσκω με τη γυναίκα μου στο υπόγειο».

«Θα τον συγχωρούσα, ότι έγινε έγινε»

Ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα που πρέπει να κάνεις σε έναν άνθρωπο που έχασε όλη του τη ζήση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είναι κατά πόσον μπορεί να συγχωρέσει εκείνον ή εκείνους που ευθύνονται για τη φωτιά. Η απάντηση του κ. Πέτρου ωστόσο, ήταν άμεση και καταφατική.

«Θα τον εσυγχωρούσα, ναι. Μπόρει να αποζημιώσει τον κόσμο ούλλο που εκρούσαν τα σπίτια του; Όχι. Άρα ότι έγινε, έγινε. Προχωρούμε μπροστά. Οι υπεύθυνοι να εκτιμήσουν την κατάσταση καλύτερα. Έχει σπίτια που έπαθαν τεράστια ζημιά και με τούτα που τους διουν είναι ψίχουλα. Και οι αδικίες που γίνουνται. Ήρθαν λεφτά στο χωριό και εμείς εν είδαμε τίποτε. Ούτε ένα κουπόνι να ψουμνίσουμε, έστω 50 ευρώ.

Το μόνο που θέλω να παρακαλέσω εγώ, είναι αν μπορούν να μας δώσουν κάτι παραπάνω από αυτά που πήραμε. Τότε θα είμαστε ικανοποιημένοι. Γιατί εν άδικο ένας που έπαθε ζημιά 225 χιλιάδες να του δώσουν μόνο 82 χιλιάδες. Ούτε το μισό της ζημιάς δεν μας έδωσαν. Δεν εφταίαμε εμείς και έκρουσαν τα σπίτια μας.

Πηγή: Ρεπόρτερ 

Περήφανος μπαμπάς ο Γιώργος Μερκής – Η φωτό από την πρώτη μέρα του γιου του στο σχολείο!